Δημοκρατία με εκπτώσεις; Ελάτε να ψωνήσουμε όλοι!

Για αυτό τώρα, όσο ποτέ άλλοτε που η εξουσία έδειξε το αληθινό πρόσωπο της, τώρα που η οργή για αυτό το αστυνομικό κράτος δικαίου ξεχείλισε, είναι η στιγμή που δεν χρειαζόμαστε πλέον κατευθυντήριες γραμμές. Τώρα που η αντίσταση δεν είναι πλέον ένα ιδεολογικό καθήκον, αλλά ένας αναπόφευκτος κοινωνικός μονόδρομος.

Advertisements

2 Σχόλια to “Δημοκρατία με εκπτώσεις; Ελάτε να ψωνήσουμε όλοι!”

  1. Δήμητρα Κογκίδου,
    Καθηγήτρια και Κοσμητόρισσα της Παιδαγωγικής Σχολής, ΑΠΘ

    ΟΧΙ ΑΛΛΕΣ ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΗ ΝΕΟΛΑΙΑ

    «Τα πιο ωραία παραμύθια από όσα μου έχεις διηγηθεί….». Αυτός ο στίχος από το τραγούδι του Σαββόπουλου μου έρχεται συχνά στο μυαλό τις τελευταίες μέρες παρακολουθώντας τα ΜΜΕ ή συμμετέχοντας σε διάφορα δρώμενα στη πόλη μου. Με ενοχλεί πολύ το τμήμα της κυρίαρχης ρητορείας που έχει σχέση με την ενασχόληση με τους νέους ανθρώπους –παρόλο που συμμετέχω και εγώ. Με ενοχλεί η ξαφνική ευαισθησία για τη νεολαία που προβάλλεται αυτή τη στιγμή όταν ξέρω ότι δεν συνοδεύεται με διορατικότητα και σοβαρό σχεδιασμό του μέλλοντός της. Με ενοχλεί που οι απόψεις των νέων ανθρώπων απολαμβάνουν ιδιαίτερη δημοσιότητα μόνον σε τέτοιες στιγμές.
    Το ίδιο άβολα νοιώθω και όταν απολαμβάνουν ιδιαίτερη δημοσιότητα έρευνες που κατά κανόνα περιορίζονται στην καταγραφή της ταύτισης ή της απόκλισης της νεολαίας από τα αυτονόητα της προηγούμενης γενιάς σε διάφορα θέματα, όπως είναι η σχέση της με την πολιτική, η στάση της απέναντι στην οικογένεια, στην εκκλησία, στην αστυνομία και άλλους θεσμούς, η εμπλοκή της σε βίαια γεγονότα, οι καταναλωτικές συνήθειες, οι τρόποι ψυχαγωγίας και άλλα παρόμοια. Το γεγονός αυτό, μεταξύ των άλλων, μας δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι πλούσια η γνώση μας στον τομέα αυτό. Όμως η αλήθεια είναι διαφορετική. Τη νεότητα περιβάλλει ένα νέφος παρεξηγήσεων, προκαταλήψεων και άγνοιας, που δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο της καθημερινότητας, αλλά επεκτείνεται, επίσης, στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών.
    Δεν είναι καθόλου υπερβολή ο ισχυρισμός ότι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των εγχειρημάτων που αποβλέπουν στον ορισμό της νεότητας και των ιδιαίτερων γνωρισμάτων της είναι η αοριστία και η ασάφεια. Είναι πολλά λοιπόν τα ερωτήματα που ζητούν απάντηση: τι ακριβώς είναι η νεότητα και ποιες επιστήμες εξουσιοδοτούνται να την περιγράψουν; Ποιο το κοινωνικό περιεχόμενο και η σημασία της; Υπάρχουν ιδιαίτερες στρατηγικές αντιμετώπισης κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων από την πλευρά των νέων και πώς επηρεάζουν αυτές την εξέλιξη της κοινωνίας; Κατευθυνόμαστε σε νέες μορφές ατομικής και συλλογικής ζωής; Πως βιώνονται από τη νεολαία τα φαινόμενα του εθνικισμού και του ρατσισμού; Παρόλο που η νεολαία στις διάφορες χώρες έρχεται αντιμέτωπη με ίδια ή παρόμοια προβλήματα, χρησιμοποιεί όμως για την επίλυσή τους πολλές και διαφορετικές στρατηγικές. Κατά συνέπεια πρέπει να δούμε που οφείλονται οι ομοιότητες και οι διαφορές ανάμεσα σε ομάδες νέων. Πως, για παράδειγμα, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για τις πράξεις βίας των νέων στην Ελλάδα;
    Ανάμεσα στις προκαταλήψεις και στις παρεξηγήσεις που κυριαρχούν είναι ότι η νεότητα–παρόλο που υπάρχουν μια σειρά διακριτά γνωρίσματα που διαγράφουν το στίγμα της- είναι μια περίοδος ζωής που εμφανίζεται και κάνει τον κύκλο της με όμοιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Δεν είναι όμως έτσι. Η νεότητα ανήκει στα κοινωνικά αγαθά που δεν απολαμβάνει εξίσου ή με το ίδιο μέτρο ολόκληρη η κοινωνία μας. Είναι ένα άνισα κατανεμημένο κοινωνικό «προϊόν» που η ύπαρξη και η διάρκεια του εξαρτάται από την δυνατότητα απαλλαγής από την εργασία και τη συμμετοχή στην εκπαίδευση. Είναι είδος πολυτέλειας, ανεκπλήρωτος πόθος και άπιαστο όνειρο ιδιαίτερα για τους φτωχούς και τους κοινωνικά αποκλεισμένους. Οι διάφορες, λοιπόν, κοινωνικές ομάδες στην Ελλάδα έχουν διαφορετικό βαθμό πρόσβασης σε αυτό το αγαθό γεγονός που έχει ως συνέπεια τη δημιουργία υπό-νεολαιών – ανάλογα με το βαθμό πρόσβασης – και, επίσης, την έλλειψη νεότητας σε ορισμένες ομάδες της κοινωνίας. Η γενικευμένη αναφορά «στην» νεολαία είναι ένας ακόμα μύθος όταν δεν εμπεριέχει κοινωνικά χαρακτηριστικά, όπως είναι το φύλο, η εθνική καταγωγή, η ταξική προέλευση, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η γεωγραφική καταγωγή κ.ά. Δεν ευθύνεται, για παράδειγμα, η πολιτισμική ιδιαιτερότητα ορισμένων κοινωνικών ομάδων –π.χ. των τσιγγάνων -για το γεγονός ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να πραγματοποιούνται τα οράματα της ζωής τους. Ευθύνεται το γεγονός ότι οι κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες στερούνται -εκτός όλων των άλλων αγαθών – και το σημαντικότερο επενδυτικό αγαθό της κοινωνίας: τη νεότητα.

    Η εκτίμηση στην επιστημονική κοινότητα είναι ότι η έρευνα για την νεολαία στην Ελλάδα βρίσκεται σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης. Επίσης, ο δημόσιος και ο επιστημονικός λόγος για τη νεολαία συγκροτούν ένα Λόγο για τους νέους χωρίς τους νέους. Αφορά κυρίως τους νέους και λιγότερο ή σχεδόν καθόλου τις νέες και ακόμη λιγότερο είναι με τους ίδιους και με τις ίδιες. Μπορούμε, όμως, οι επιστήμονες να σχεδιάσουμε έρευνες από τη σκοπιά και με τη συμμετοχή των ίδιων των νέων. Το θεωρώ σημαντικό γιατί ο τρόπος που καταγράφονται και αναλύονται στο δημόσιο λόγο τα ζητήματα της νεολαίας επηρεάζει την εικόνα και την αντίληψη που η κοινωνία διαμορφώνει για τους νέους και τις νέες. Βέβαια παραμένει ζητούμενο ο δημόσιος λόγος να υποστηρίζεται επαρκώς από τεκμηριωμένο επιστημονικό λόγο και ερευνητικά δεδομένα.
    Δεν αντλώ αισιοδοξία για το μέλλον από τη διαπίστωση ότι αναγκαζόμαστε αυτή τη στιγμή να «ακούσουμε» τους νέους και τις νέες. Η προτεραιότητα που δίνουμε αυτή τη στιγμή «στη φωνή των παιδιών» είναι μια προτεραιότητά που προκύπτει από το ξέσπασμα της οργής τους, υπαγορεύεται για άλλους λόγους και φοβάμαι ότι δεν θα συνοδευτεί με μια συστηματική διερεύνηση των ζητημάτων, ούτε θα ληφθεί υπόψη η οπτική τους στον καθορισμό των ζητημάτων και την επίλυση των προβλημάτων τους. Στο επίπεδο της έρευνας, στη καλλίτερη των περιπτώσεων μπορεί να υπάρξει μια περιστασιακή γενναιοδωρία στη τυχαία χρηματοδότηση αποσπασματικών ερευνών για τη νεολαία, χωρίς διαχρονική συνέχεια, χωρίς αναφορά σε υπο-ομάδες νέων παραγνωρίζοντας ουσιαστικές διαφορές που συνδέονται με την ηλικία, το φύλο, τη γεωγραφική καταγωγή, το επίπεδο εκπαίδευσης, με τη θέση τους ως εκπαιδευόμενων ή εργαζόμενων, την ταξική καταγωγή, την ένταξη στην κοινωνία ή τον αποκλεισμό τους κ.ά και με χρήση τεχνικών τύπου δημοσκοπήσεων που επιτρέπουν να συλλεχθεί μεγάλος όγκος δεδομένων με την ελάχιστη δυνατή δαπάνη.
    Άραγε ποιοι θα ωφεληθούν από αυτό; Σίγουρα δεν θα έχουμε ένα ικανό μέγεθος ερευνητικού υλικού που θα αποτελέσει τη βάση για ερμηνεία των ζητημάτων, για τεκμηριωμένο δημόσιο λόγο και για υπεύθυνη χάραξη πολιτικής –που είναι και το ζητούμενο.

    Με ενοχλεί και θυμώνω που το ενδιαφέρον μας για τη νεολαία και τις ανάγκες της έχει αφετηρία κάθε φορά κάποιο “κοινωνικό πρόβλημα”, περιστασιακό ή μη, ή τη πρόκληση φασαρίας, ή την έκφραση διαφωνίας τους εντονότερα και με άλλους τρόπους από ότι η παλαιότερη γενιά. Με ενοχλεί και θυμώνω για το γεγονός ότι έρχεται στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου το ζήτημα της νεολαίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ταυτόχρονα ότι υπάρχει δέσμευση για δράση. Θα μου πείτε ότι η ανάδειξη του θέματος μπορεί να συμβάλλει στην καλύτερη γνώση των διαστάσεων του ζητήματος, γνώση απαραίτητη για τον σχεδιασμό αποτελεσματικών παρεμβάσεων. Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει να υπάρχει πολιτική βούληση. Αν δεν θέλουμε να είμαστε υποκριτές και υποκρίτριες, αν δεν θέλουμε να δώσουμε μια ακόμα υπόσχεση που δεν θα τηρήσουμε, τότε θα πρέπει τα παιδιά να τοποθετηθούν στο επίκεντρο του προβληματισμού μας και θα πρέπει να έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε μερικά από τα θέματα και τη πραγματικότητα της ζωής τους από μια παιδοκεντρική οπτική. Να μην τα βλέπουμε άλλοτε ως απειλή της κοινωνικής τάξης και σταθερότητας ή μόνον ως μελλοντικούς ενήλικες. Να τα δούμε απλά ως παιδιά, με τους δικούς τους προβληματισμούς, τη δική τους φωνή και δράση. Οι εμπειρίες τους και οι ανάγκες τους να αναδειχθούν ως ένα σοβαρό και αυτόνομο ζήτημα Να δούμε τα παιδιά ως υποκείμενα και ως πολίτες με δικαιώματα –κάτι που απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό στο σχετικό δημόσιο διάλογο και στις πολιτικές. Η καθυστερημένη ίδρυση του Συνήγορου για τα Δικαιώματα των Παιδιών αποτελεί μια σχετική απόδειξη.
    Η οπτική αυτή γίνεται τελευταία όλο και περισσότερο αποδεκτή από την ακαδημαϊκή κοινότητα και από άτομα της δράσης που οραματίζονται κοινωνίες με συνοχή στις οποίες τα παιδιά είναι πλήρως ενταγμένα και οι αντιλήψεις, οι απόψεις, τα συναισθήματά τους λαμβάνονται υπόψη στο σχεδιασμό και στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής που τα αφορά. Βλέπουν τα παιδιά ως δρώντα υποκείμενα, που έχουν αντιλήψεις και απόψεις για τη ζωή τους και κατά συνέπεια το δικαίωμα να τις εκφράσουν. Ενδεχόμενα, η δική τους οπτική μπορεί να αποτελεί ένα διαφορετικό τρόπο κατανόησης, εξίσου έγκυρο όμως με του γονιού ή των γονιών και των άλλων ενηλίκων που εμπλέκονται στη ζωή τους. Χωρίς μια πληρέστερη κατανόηση της βιωμένης εμπειρίας των νέων, με τη χρήση παιδοκεντρικών μεθόδων, δεν μπορούν να αναπτυχθούν καινοτόμες και αποτελεσματικές πολιτικές που θα βελτιώσουν τη ζωή και τις προοπτικές όλων των παιδιών και των οικογενειών τους με τον πιο κατάλληλο και πολιτισμικά ευαίσθητο τρόπο.

  2. Απ’ όλο το κείμενο εμείς τονίζουμε αυτά τα δύο συγκεκριμένα αποσπάσματα που ‘κόψαμε’. Ευχαριστούμε και για το μεγάλο comment!

    Με ενοχλεί και θυμώνω που το ενδιαφέρον μας για τη νεολαία και τις ανάγκες της έχει αφετηρία κάθε φορά κάποιο “κοινωνικό πρόβλημα”, περιστασιακό ή μη, ή τη πρόκληση φασαρίας, ή την έκφραση διαφωνίας τους εντονότερα και με άλλους τρόπους από ότι η παλαιότερη γενιά.

    Αν δεν θέλουμε να είμαστε υποκριτές και υποκρίτριες, αν δεν θέλουμε να δώσουμε μια ακόμα υπόσχεση που δεν θα τηρήσουμε, τότε θα πρέπει τα παιδιά να τοποθετηθούν στο επίκεντρο του προβληματισμού μας και θα πρέπει να έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε μερικά από τα θέματα και τη πραγματικότητα της ζωής τους από μια παιδοκεντρική οπτική. Να μην τα βλέπουμε άλλοτε ως απειλή της κοινωνικής τάξης και σταθερότητας ή μόνον ως μελλοντικούς ενήλικες. Να τα δούμε απλά ως παιδιά, με τους δικούς τους προβληματισμούς, τη δική τους φωνή και δράση. Οι εμπειρίες τους και οι ανάγκες τους να αναδειχθούν ως ένα σοβαρό και αυτόνομο ζήτημα Να δούμε τα παιδιά ως υποκείμενα και ως πολίτες με δικαιώματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: